Κάποτε αγάπησα κι εγώ

 

Κάποτε αγάπησα κι εγώ.

Έχτισα ναούς για να λατρέψουν τη μορφή της,

ύψωσα πυραμίδες κι έλαμψε στην κορυφή

χλωμιάζοντας τ’ αστέρια.

Μάζεψα στρατούς και βασιλιάδες νικημένοι

προσκυνήσανε το κάλλος της.

Έβαλα ποιητές να υμνήσουνε τα μάτια της

-τα καστανά μεγάλα μάτια της-

 

Πρόσταξα να συνθέσουν έπη μακριά,

για την ανάσα της

που έκανε στους γκρεμούς ν’ ανθίζουνε λουλούδια.

Ώσπου μια νύχτ’ ανήσυχων ονείρων

οι νεκρομάντηδες αλαφιασμένοι με ξυπνήσαν.

Μιλήσαν τρέμοντας για τα σημάδια και τους οιωνούς που ‘δείχναν

πως η αγάπη μου δεν είναι,

παρά το ονειροπόλημα

ενός αγνώστου που θα γεννηθεί,

εννιά χιλιάδες χρόνια και ενενηνταεννιά,

όταν η σκόνη μου θα ΄χει σκορπίσει στις ερήμους.

Σύρθηκα τσακισμένος να κρυφτώ στα πιο βαθιά μπουντρούμια

κι έκλαψα πίκρας ποταμούς, τις όχθες πλημμυρίζοντας μονάχος.

Στην ώρα της απόγνωσης μου της πιο σκοτεινής,
γυναικα (1).jpg

μια γυναίκα αθόρυβη,

μια από τις δούλες που έπλεναν τα πόδια της αγάπης μου,

ήρθε κοντά μου ψιθυρίζοντας:

«Κύριε μου, δεν έχεις κλάψει αρκετά;» γυμνώνοντας το στήθος της να με γλυκάνει,

κι απ το αιδοίο της ξεπήδησε ο δαίμονας

που κάνει των αντρών να τρίζουνε τα δόντια,

να υψώνουνε ναούς,

να κτίζουν πυραμίδες,

και στους αιώνες να αλώνουνε την Τροία.

 

 

Απέθαντος

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s