Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΡΙΩΝ ΠΟΛΥ ΘΑΥΜΑΣΤΩΝ ΖΩΩΝ

Μέρος 1ο7.jpg

ΟΤΑΝ Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗ ΧΗΝΑ

Ο Βάτραχος ξύπνησε από ένα πανδαιμόνιο φωνών και κοασμάτων. Άνοιξε πρώτα το ένα μάτι, κατόπιν το άλλο. Έβγαλε ένα σιγανό ήχο σαν ρέψιμο. Κάτι συνέβαινε στον συνήθως ήσυχο βάλτο. Εκτός αν ήταν…. Έφτασε κιόλας η μέρα; Τα μάτια του γούρλωσαν από τρόμο: Ήρθαν, ήρθαν! Είναι κιόλας εδώ!

Απότομα γιατί δεν είχε καιρό για χάσιμο, έδωσε ένα σάλτο άξιο του είδους του, ύστερα άλλο ένα που θα το ζήλευε και ο πιο αθλητικός βάτραχος, μα το τρίτο ήταν μια αποτυχία: αντί να χαθεί όπως έλπιζε ανάμεσα στις πυκνές λόχμες, προσγειώθηκε στα απαλά χεράκια μιας ξανθούλας που αμέσως τον έκλεισε στη χούφτα της κοντεύοντας να τον τσακίσει με πολύ αγάπη με τα τρυφερά της δάκτυλα.

Αν υπήρχε θεός των βατράχων τώρα ήταν η στιγμή να τον επικαλεστεί, μα είχε πάψει να πιστεύει στα παραμύθια από τότε που ανακάλυψε πως κάθε βλαμμένη έφηβη ήθελε να τον φιλήσει ελπίζοντας πως μέσα στο πράσινο, όλο γρομπούλια δέρμα του κρύβεται ένας ωραίος πρίγκιπας.

Ο Βάτραχος αναρωτιόταν συχνά για το βλακώδες του ζητήματος ώσπου κατέληξε πως ,αν ένας πρίγκιπας έχει να αντιμετωπίσει αυτές τις τρελές, ακόμα και ένας βάτραχος θα ήταν καλή κρυψώνα κι αυτά με τους μάγους και τις μεταμορφώσεις είναι αηδίες έτσι κι αλλιώς.

Αυτός ήταν ο λόγος που η ξανθούλα τον έσφιγγε τσιρίζοντας στις φιλενάδες της με όλη τη δύναμη των ορμονών και της παιδείας της, πως τον βρήκε (ουάου!) τον κρατάει στο χέρι, κάπου εδώ γύρω θα είναι και το άσπρο άλογο (ουάου!) που θα την πάρει (ουάου!), να φύγουν(ουάου!), για να ζήσουν στο παλάτι του(ουάου) κ.α. ουάου!

Ο όμιλος θηλέων έβγαινε κάθε άνοιξη για κυνήγι πρίγκιπα ,μα τελικά , κάθε αναστάτωση στο βάλτο την πληρώνουν τα βατράχια, αφού εδώ και χρόνια οι βασιλιάδες ,οι βασιλομήτορες οι διάδοχοι και όλος τους ο συφερτός είναι απλοί ιδιώτες -όπως και οι βασιλόφρονες- και σαν τέτοιοι πρέπει να επισκέπτονται τις χώρες που κάποτε τους ανέχτηκαν.

Η καρδούλα του Βάτραχου χτυπούσε δυνατά. Έχοντας αρκετές εμπειρίες από ξετρελαμένες έφηβες, ήξερε τι θα επακολουθήσει. Μια σειρά από παράλογα απεγνωσμένα σχέδια το ένα πιο ανεφάρμοστο από το άλλο πέρασαν από το μυαλό του μα στο τέλος παραδόθηκε στη μοίρα του. Το τεράστιο στόμα μοσχοβολώντας οδοντόκρεμα έγειρε πάνω του και του έσκασε ένα γλυκερό σαλιάρικο φιλί που κόντεψε να τον πνίξει κι ύστερα όλα τελείωσαν με ένα αντισηπτικό σε υγρή μορφή- με το οποίο ξέπλυνε η ξανθούλα το στόμα της φτύνοντας και λούζοντας με το υπόλοιπο τον Βάτραχο, καλού-κακού γιατί ποτέ δεν ξέρεις….

Όταν όλα ησύχασαν ο Βάτραχος είχε ήδη πάρει την απόφαση του να ξενιτευτεί. Ένα φεγγάρι ολοστρόγγυλο και λαμπερό, γεμάτο υποσχέσεις για πρίγκιπες και ρομαντζάδες ανέτειλε στον ουρανό κι έριξε ένα βλέμμα στο βάλτο γεμάτο ειρωνεία και απέχθεια. Εκεί κάτω ήταν πολύ μικροί, πολύ πράσινοι και πολύ πηδηκτούληδες τύποι για να του δώσουν σημασία….

Με κάθε σάλτο που τον απομάκρυνε από το αγαπημένο του ζοφερό του έλος, ο Βάτραχος ένιωθε πιο ελεύθερος. Η μέρα έλαμπε ανοιξιάτικα με κείνο τον ιδιαίτερο παγωμένο τρόπο του Απρίλη που κάνει τα παλτά να ξαναφοριούνται γρήγορα στους ώμους για να κουρνιάσουν και να ζεσταθούν.

Κάποια στιγμή έφτασε σε μια λιμνούλα, μια μεγάλη νερολακούβα στην πραγματικότητα, που του φάνηκε όμορφη. Στις όχθες ένα κοπάδι χήνες τσαλαβουτούσε ή έβοσκε. Ναι, φαινόταν ένα καλό μέρος για να ζήσει κανείς.


Ο χήνος που λεγόταν Ποτήρης, κρυβόταν από το αφεντικό του. Ο Ποτήρης ήταν πολύ δυστυχισμένος και το αφεντικό του άξεστο και τόσο αμόρφωτο που έκανε ορθογραφικά λάθη ακόμα κι όταν μιλούσε. Δεν ήταν όμως αυτός ο λόγος που ο χήνος του κρυβόταν ούτε και φυσικά ο λόγος της δυστυχίας του.

«Χύνω! Χύνω ! Χύνωωωωω !», φώναζε το αφεντικό του θυμωμένα, κι ο Ποτήρης κουλουριαζόταν όλο και περισσότερο.

Τέλος στην εκμετάλλευση χήνας από άνθρωπο! Αυτό ήταν το σύνθημα του. Και θα κατάφερνε να ξεκινήσει την επανάσταση αν ήταν για μια στιγμή έστω, ξεμέθυστος. Ήταν αλκοολικός  εκ πεποιθήσεως ,ένας ιδεολόγος του αλκοολισμού. Κάποτε είχε αποφασίσει να πάθει κίρρωση, για να μην κάνουν απ’ το συκώτι του πατέ. «Βρε!» του έλεγαν τα άλλα ζώα, «το αφεντικό μας βρε, που μας ταΐζει, αχάριστε, πάλι καλά που έχουμε κι αυτόν, θα είχαμε πεθάνει στην πείνα βρε, να του κάνεις βρε, τέτοια ζημιά βρε! Αίσχος βρε! Δεν έχεις φιλότιμο βρε! θα μας καταστρέψεις βρε!»

Όταν ο αγρότης απομακρύνθηκε, ο χήνος κινήθηκε με εκείνη τη μεγαλοπρεπή ατσαλοσύνη που διακρίνει το είδος του όταν κινείται στην ξηρά έχοντας κοπανίσει μάλιστα κανά δυο ποτηράκια. Η ώρα να πάρει την τύχη στα χέρια του είχε φτάσει. Η προοπτική της κίρρωσης, του φάνηκε χρονοβόρα ακόμα κι αν την συνδύαζε με τρία πακέτα άφιλτρα ημερησίως.Εξάλλου άφηνε μια πίκρα στο ράμφος του που πλατάγιζε από πλησμονή για λευτεριά.

Έτσι τσαλαβουτώντας στις λάσπες των θλιβερών λογισμών του έπεσε πάνω στον Βάτραχο.

Ο Βάτραχος που είχε κάτι από την γκριζοκίτρινη στωϊκότητα της καταχνιάς των βάλτων δεν διαμαρτυρήθηκε αλλά σαλτάρισε έξω από την τροχιά του μεγαλόπρεπου χηνοτσίπουρου βηματισμού.

«Κεφτέδες ανάυγουλοι!»

Κοιτάχτηκαν για λίγο σιωπηλά με την βουερή ματιά παλιών συντρόφων.

Χικ! Είπε ο Ποτήρης.

Κοαξ! Απάντησε ο Βάτραχος παραφράζοντας μια γνωστή φράση των βατράχων.

(εικόνες ανοικτών οριζόντων, βαλτοτόπια απόμακρα δίχως ανορθόγραφες ξανθούλες και ρομαντικούς αγρότες, η ελευθερία να φτιάξεις μια ζωή χωρίς καταπίεση και εκμετάλευση, ένα κόσμο χωρίς φουά γκρα κι ανάκτορα)

Και συνενοήθηκαν μια χαρά!

Μια αυγούλα σαν υπόσχεση χρωμάτισε απαλά τον ουρανό καθώς οι δυο τους ξεκινούσαν.

Στο άδυτο του Μεγάλου Ναού της Αποκατάστασης, στο βυθό μιας θάλασσας ξανθών μαλλιών, σ ένα κοφτερό ύφαλλο από αναψοκοκκινισμένα κοράλια, ένας αδαής γεωργός πνιγμένος, ακόμα καλούσε το χήνο του μα κανείς δεν θα δικαιούταν αυτή τη φορά, να τον χαρακτηρίσει ανορθόγραφο….


dark.JPG

Μέρος 2ο

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΑΧΑΙΝΟΥΝ!

Λίγα πράγματα είναι καλύτερα από το τυρί. Για την ακρίβεια τόσο πικάντικα κιτρινωπό και νόστιμο είναι μόνο το βιβλίο.

Τα βιβλία παίζουν σπουδαίο παιδαγωγικό ρόλο στην διατροφή ενός ποντικού, μα τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει το τυρί. Από την άλλη κανένας μυαλομένος δεν θα έβαζε για δόλωμα στη φάκα τους «Άθλιους» αν και μια Εύα Ομηρόλη ή μια παχιά φέτα Λένα Μαντά μπορούσε να δελεάσει κάμποσα αδαή ποντικάκια.

Μασουλώντας λαίμαργα τη σοφία του Σοπενάουερ που είχε παραπέσει, ο Ποντικός έτριβε ευχαριστημένος τα μουστάκια του. Στην παλιά βιβλιοθήκη όπου κατοικούσε όλα ήταν ήρεμα και σκοτεινά.

Συνεχιζεται…

Απέθαντος

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s